Definition
▶
διακοπές
diakopés
Διακοπές είναι η περίοδος κατά την οποία κάποιος ξεκουράζεται ή ταξιδεύει, συνήθως από τη δουλειά ή τις καθημερινές υποχρεώσεις.
Urlaub ist der Zeitraum, in dem jemand sich ausruht oder reist, normalerweise von der Arbeit oder den täglichen Verpflichtungen.
▶
Φέτος θα πάμε διακοπές στην Κρήτη.
Dieses Jahr gehen wir in den Urlaub nach Kreta.
▶
Οι διακοπές είναι η καλύτερη στιγμή για να χαλαρώσουμε.
Der Urlaub ist die beste Zeit, um uns zu entspannen.
▶
Προγραμματίζουμε τις διακοπές μας για τον Αύγουστο.
Wir planen unseren Urlaub für den August.