Definition
▶
συζητώ
syzitó
Η λέξη 'συζητώ' αναφέρεται στην διαδικασία της ανταλλαγής απόψεων ή πληροφοριών μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων.
Das Wort 'συζητώ' bezieht sich auf den Prozess des Austauschs von Meinungen oder Informationen zwischen zwei oder mehr Personen.
▶
Συζητώ με τους φίλους μου για τα σχέδια των διακοπών.
Ich diskutiere mit meinen Freunden über die Urlaubspläne.
▶
Συζητώ τις ιδέες μου με τον καθηγητή μου.
Ich diskutiere meine Ideen mit meinem Lehrer.
▶
Συζητώ με την οικογένειά μου για το πού θα πάμε για φαγητό.
Ich diskutiere mit meiner Familie, wo wir essen gehen.