Definition
▶
έρωτας
érōtas
Ο έρωτας είναι ένα βαθύ συναίσθημα που περιλαμβάνει την αγάπη και την αφοσίωση προς κάποιον άλλο.
Die Liebe ist ein tiefes Gefühl, das Zuneigung und Hingabe gegenüber einer anderen Person umfasst.
▶
Ο έρωτας μεταξύ τους ήταν προφανής σε όλους.
Die Liebe zwischen ihnen war für alle offensichtlich.
▶
Η ποίηση του Καβάφη μιλάει για τον έρωτα και τις χαρές του.
Die Poesie von Kavafis spricht von der Liebe und ihren Freuden.
▶
Ο έρωτας μπορεί να φέρει και χαρά αλλά και πόνο.
Die Liebe kann sowohl Freude als auch Schmerz bringen.