Definition
▶
οδηγώ
odigó
Η λέξη 'οδηγώ' σημαίνει το να καθοδηγείς κάποιον ή να τον μεταφέρεις κάπου.
Das Wort 'οδηγώ' bedeutet, jemanden zu führen oder ihn irgendwohin zu transportieren.
▶
Οδηγώ το αυτοκίνητο προς το κέντρο της πόλης.
Ich fahre das Auto ins Stadtzentrum.
▶
Οδηγώ τους φίλους μου σε μια εκδρομή στο βουνό.
Ich führe meine Freunde auf einen Ausflug in die Berge.
▶
Οδήγησε τον επισκέπτη στο γραφείο υποδοχής.
Er führte den Besucher zur Rezeption.