Definition
▶
ψυχολογία
psychología
Η ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετά τη συμπεριφορά και τις διαδικασίες του νου.
Die Psychologie ist die Wissenschaft, die Verhalten und mentale Prozesse untersucht.
▶
Η ψυχολογία με βοηθάει να κατανοήσω καλύτερα τους ανθρώπους γύρω μου.
Psychologie hilft mir, die Menschen um mich herum besser zu verstehen.
▶
Σπούδασα ψυχολογία στο πανεπιστήμιο και τώρα εργάζομαι ως ψυχολόγος.
Ich habe Psychologie an der Universität studiert und arbeite jetzt als Psychologe.
▶
Η ψυχολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών.
Psychologie spielt eine wichtige Rolle in der Ausbildung von Kindern.