Definition
▶
εγκυρότητα
engyrótita
Η εγκυρότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι έγκυρο, αξιόπιστο ή αποδεκτό.
Die Gültigkeit ist der Zustand oder die Eigenschaft, dass etwas gültig, zuverlässig oder akzeptiert ist.
▶
Η εγκυρότητα του πιστοποιητικού πρέπει να επιβεβαιωθεί από τις αρχές.
Die Gültigkeit des Zertifikats muss von den Behörden bestätigt werden.
▶
Η σύμβαση έχει εγκυρότητα για πέντε χρόνια.
Der Vertrag hat eine Gültigkeit von fünf Jahren.
▶
Η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι ζωτικής σημασίας για την αξιοπιστία της μελέτης.
Die Gültigkeit der Forschungsergebnisse ist entscheidend für die Zuverlässigkeit der Studie.