Definition
▶
ενσωμάτωσή
ensomátosi
Η ενσωμάτωσή είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της υλοποίησης μιας ιδέας ή έννοιας σε μια συγκεκριμένη μορφή ή αντικείμενο.
Die Einfügung ist der Prozess oder das Ergebnis der Umsetzung einer Idee oder eines Begriffs in eine bestimmte Form oder ein bestimmtes Objekt.
▶
Η ενσωμάτωσή της ιδέας σε ένα πρωτότυπο προϊόν ήταν επιτυχής.
Die Einfügung der Idee in ein Prototyp-Produkt war erfolgreich.
▶
Η ενσωμάτωσή των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση είναι αναγκαία.
Die Einfügung neuer Technologien in die Bildung ist notwendig.
▶
Η ενσωμάτωσή του στο σχέδιο απαιτούσε πολλή δουλειά.
Die Einfügung in das Design erforderte viel Arbeit.