Definition
▶
λίγο
lígo
Το 'λίγο' σημαίνει μικρή ποσότητα ή διάρκεια.
Das Wort 'λίγο' bedeutet eine kleine Menge oder Dauer.
▶
Θέλω λίγο νερό.
Ich möchte ein wenig Wasser.
▶
Υπάρχει λίγο φως στο δωμάτιο.
Es gibt wenig Licht im Raum.
▶
Μπορείς να περιμένεις λίγο;
Kannst du ein wenig warten?