Definition
▶
παρατηρητικότητα
paratiritikotita
Η παρατηρητικότητα είναι η ικανότητα να παρατηρείς προσεκτικά και να καταγράφεις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος.
Die Beobachtungsfähigkeit ist die Fähigkeit, aufmerksam zu beobachten und Details der Umgebung festzuhalten.
▶
Η παρατηρητικότητα του παιδιού είναι εντυπωσιακή όταν παρακολουθεί τα πουλιά στον κήπο.
Die Beobachtungsfähigkeit des Kindes ist beeindruckend, wenn es die Vögel im Garten beobachtet.
▶
Η παρατηρητικότητα είναι σημαντική για τους επιστήμονες που μελετούν τη φύση.
Die Beobachtungsfähigkeit ist wichtig für die Wissenschaftler, die die Natur studieren.
▶
Η παρατηρητικότητα του αστυνομικού βοήθησε στην επίλυση της υπόθεσης.
Die Beobachtungsfähigkeit des Polizisten half bei der Lösung des Falls.