Definition
▶
κουρασμένος
kourasmenos
Ο κουρασμένος είναι αυτός που νιώθει εξάντληση ή έλλειψη ενέργειας λόγω σωματικής ή ψυχικής καταπόνησης.
Müde ist jemand, der Erschöpfung oder Energiemangel aufgrund körperlicher oder geistiger Anstrengung empfindet.
▶
Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, είμαι πολύ κουρασμένος.
Nach einem langen Arbeitstag bin ich sehr müde.
▶
Ο Γιάννης είναι κουρασμένος επειδή δεν κοιμήθηκε καλά χθες βράδυ.
Giannis ist müde, weil er letzte Nacht nicht gut geschlafen hat.
▶
Αν είσαι κουρασμένος, καλύτερα να ξεκουραστείς για λίγο.
Wenn du müde bist, ist es besser, dich eine Weile auszuruhen.