Definition
▶
λύση
lysi
Η λύση είναι η απάντηση ή η μέθοδος επίλυσης ενός προβλήματος.
Die Lösung ist die Antwort oder die Methode zur Lösung eines Problems.
▶
Η λύση του γρίφου ήταν πιο απλή από ό,τι φανταζόμουν.
Die Lösung des Rätsels war einfacher als ich dachte.
▶
Η επιστημονική έρευνα οδήγησε σε μια καινοτόμο λύση για την ενεργειακή κρίση.
Die wissenschaftliche Forschung führte zu einer innovativen Lösung für die Energiekrise.
▶
Αυτή η στρατηγική είναι η καλύτερη λύση για την αύξηση των πωλήσεων.
Diese Strategie ist die beste Lösung zur Steigerung des Umsatzes.