Definition
▶
χαοτικός
chaotikos
Ο όρος 'χαοτικός' αναφέρεται σε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πλήρη αταξία και έλλειψη οργάνωσης.
Der Begriff 'chaotisch' bezieht sich auf einen Zustand, der durch völlige Unordnung und Mangel an Organisation gekennzeichnet ist.
▶
Η κατάσταση στην πόλη μετά την καταιγίδα ήταν χαοτική.
Die Situation in der Stadt nach dem Sturm war chaotisch.
▶
Ο σχεδιασμός του έργου ήταν τόσο χαοτικός που κανείς δεν ήξερε τι να κάνει.
Die Planung des Projekts war so chaotisch, dass niemand wusste, was zu tun war.
▶
Η κίνηση στους δρόμους τη Δευτέρα το πρωί είναι πάντα χαοτική.
Der Verkehr auf den Straßen am Montagmorgen ist immer chaotisch.