Definition
▶
αναμονή
anamoní
Η αναμονή είναι η κατάσταση κατά την οποία περιμένουμε κάποιον ή κάτι, συνήθως με αίσθηση προσμονής.
Warten ist der Zustand, in dem wir auf jemanden oder etwas warten, meist mit einem Gefühl der Erwartung.
▶
Η αναμονή για το λεωφορείο ήταν πολύ κουραστική.
Das Warten auf den Bus war sehr anstrengend.
▶
Η αναμονή στο ιατρείο κράτησε περισσότερο από μία ώρα.
Das Warten in der Arztpraxis dauerte mehr als eine Stunde.
▶
Η αναμονή για τα αποτελέσματα της εξέτασης με έκανε να νιώθω αγωνία.
Das Warten auf die Ergebnisse der Untersuchung ließ mich nervös fühlen.