Definition
▶
ωραίος
oraíos
Το 'ωραίος' αναφέρεται σε κάτι που είναι ευχάριστο, όμορφο ή ελκυστικό.
Das Wort 'ωραίος' bezieht sich auf etwas, das angenehm, schön oder ansprechend ist.
▶
Αυτή η παραλία είναι πολύ ωραία.
Dieser Strand ist sehr schön.
▶
Έχεις μια ωραία φωνή.
Du hast eine schöne Stimme.
▶
Το φόρεμά σου είναι ωραίο.
Dein Kleid ist schön.