Definition
▶
νησί
nisí
Το νησί είναι μια στεριά που περιβάλλεται από νερό και δεν είναι συνδεδεμένη με την ηπειρωτική χώρα.
Eine Insel ist ein Landstück, das von Wasser umgeben ist und nicht mit dem Festland verbunden ist.
▶
Το νησί της Κρήτης είναι πολύ δημοφιλές μεταξύ των τουριστών.
Die Insel Kreta ist bei Touristen sehr beliebt.
▶
Πήγαμε για διακοπές σε ένα μικρό νησί στο Αιγαίο.
Wir sind in den Urlaub auf eine kleine Insel in der Ägäis gefahren.
▶
Η ζωή σε ένα νησί είναι διαφορετική από αυτήν στην πόλη.
Das Leben auf einer Insel ist anders als in der Stadt.