Definition
▶
ψωμί
psomí
Το ψωμί είναι ένα τροφίμο που παρασκευάζεται από αλεύρι και νερό, συνήθως ψημένο σε φούρνο.
Bread is a food item made from flour and water, usually baked in an oven.
▶
Το ψωμί είναι βασικό συστατικό στην ελληνική διατροφή.
Bread is a staple ingredient in the Greek diet.
▶
Πρέπει να αγοράσω φρέσκο ψωμί από τον φούρνο.
I need to buy fresh bread from the bakery.
▶
Μου αρέσει να τρώω ψωμί με ελαιόλαδο και ρίγανη.
I enjoy eating bread with olive oil and oregano.