Definition
▶
σχετικά
schetika
Η λέξη 'σχετικά' αναφέρεται σε κάτι που έχει να κάνει ή σχετίζεται με ένα θέμα ή μία κατάσταση.
The word 'σχετικά' refers to something that pertains to or is related to a topic or situation.
▶
Μίλησα σχετικά με την εργασία μου.
I spoke about my work.
▶
Έχεις πληροφορίες σχετικά με το νέο πρόγραμμα;
Do you have information about the new program?
▶
Διάβασα ένα άρθρο σχετικά με την υγεία.
I read an article about health.