Definition
▶
μαγείρεμα
mageirema
Η διαδικασία παρασκευής φαγητού με τη χρήση θερμότητας.
The process of preparing food using heat.
▶
Το μαγείρεμα απαιτεί υπομονή και προσοχή.
Cooking requires patience and attention.
▶
Η μητέρα μου είναι εξαιρετική στο μαγείρεμα.
My mother is excellent at cooking.
▶
Το μαγείρεμα υγιεινών πιάτων είναι σημαντικό για την υγεία μας.
Cooking healthy dishes is important for our health.