Definition
▶
δρόμος
drómos
Μια επιφάνεια ή διαδρομή που χρησιμοποιείται για να οδηγούν ή να περπατούν οι άνθρωποι και τα οχήματα.
A surface or path that is used for people and vehicles to drive or walk on.
▶
Ο δρόμος είναι κλειστός λόγω ανακαινίσεων.
The road is closed due to renovations.
▶
Πρέπει να ακολουθήσουμε τον δρόμο προς την παραλία.
We need to follow the road to the beach.
▶
Ο δρόμος ήταν γεμάτος με αυτοκίνητα.
The road was full of cars.