Definition
▶
ευκαιρία
efkairía
Η ευκαιρία είναι μια στιγμή ή κατάσταση που προσφέρει την δυνατότητα να επιτευχθεί κάτι θετικό ή ωφέλιμο.
An opportunity is a moment or situation that offers the possibility to achieve something positive or beneficial.
▶
Η ευκαιρία που μου δόθηκε να ταξιδέψω στο εξωτερικό άλλαξε τη ζωή μου.
The opportunity I was given to travel abroad changed my life.
▶
Πρέπει να αξιοποιήσεις την ευκαιρία που έχεις τώρα.
You must take advantage of the opportunity you have now.
▶
Αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία για να προχωρήσεις στην καριέρα σου.
This is the best opportunity to advance in your career.