Definition
▶
ακούω
akoúo
Ακούω είναι η διαδικασία μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε ήχους με τα αυτιά μας.
To hear is the process by which we perceive sounds with our ears.
▶
Ακούω τη μουσική από το δωμάτιο.
I hear the music from the room.
▶
Μπορείς να ακούσεις τα πουλιά να κελαηδούν;
Can you hear the birds singing?
▶
Ακούω τον ήχο του αυτοκινήτου που έρχεται.
I hear the sound of the car coming.