Definition
▶
ελεύθερος
eleftheros
Ο όρος 'ελεύθερος' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που δεν περιορίζεται ή δεν έχει δεσμεύσεις.
The term 'free' refers to someone or something that is not restricted or bound.
▶
Αυτός ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει τη ζωή του.
This man is free to choose his life.
▶
Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να είναι ελεύθεροι.
Citizens have the right to be free.
▶
Σήμερα είναι μια ελεύθερη ημέρα για μένα και μπορώ να κάνω ότι θέλω.
Today is a free day for me and I can do whatever I want.