Definition
▶
ανοιχτός
anoichtós
Ο ανοιχτός είναι αυτός που δεν είναι κλειστός, έχει χώρο ή πρόσβαση.
Open is something that is not closed, has space or access.
▶
Η πόρτα είναι ανοιχτή και μπορούμε να μπούμε.
The door is open and we can enter.
▶
Αφήστε το παράθυρο ανοιχτό για να μπει φρέσκος αέρας.
Leave the window open to let fresh air in.
▶
Ο δρόμος είναι ανοιχτός και δεν έχει κυκλοφοριακή συμφόρηση.
The road is open and there is no traffic congestion.