Definition
▶
περίπλοκος
períplokos
Ο όρος 'περίπλοκος' αναφέρεται σε κάτι που είναι δύσκολο να κατανοηθεί ή να αναλυθεί λόγω της πολυπλοκότητάς του.
The term 'complicated' refers to something that is difficult to understand or analyze due to its complexity.
▶
Η μαθηματική εξίσωση είναι πολύ περίπλοκη.
The mathematical equation is very complicated.
▶
Η διαδικασία της εγγραφής είναι περίπλοκη και απαιτεί χρόνο.
The registration process is complicated and takes time.
▶
Οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων στην ταινία είναι περίπλοκες.
The relationships between the characters in the movie are complicated.