Definition
▶
μαγειρεύω
mageirévo
Η διαδικασία προετοιμασίας και μαγειρέματος φαγητού.
El proceso de preparación y cocción de alimentos.
▶
Μαγειρεύω πάντα το μεσημεριανό για την οικογένειά μου.
Siempre cocino el almuerzo para mi familia.
▶
Αύριο θα μαγειρέψω μία παραδοσιακή ελληνική συνταγή.
Mañana cocinaré una receta griega tradicional.
▶
Η μητέρα μου μαγειρεύει πολύ νόστιμα πιάτα.
Mi madre cocina platos muy sabrosos.