Definition
▶
πόλη
poli
Η πόλη είναι μια οργανωμένη περιοχή με κατοίκους και υποδομές, όπου η ζωή και οι δραστηριότητες των ανθρώπων συνυπάρχουν.
La ciudad es una área organizada con habitantes e infraestructuras, donde la vida y las actividades de las personas coexisten.
▶
Η Αθήνα είναι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας.
Atenas es una de las ciudades más grandes de Grecia.
▶
Πολλοί τουρίστες επισκέπτονται την πόλη κάθε καλοκαίρι.
Muchos turistas visitan la ciudad cada verano.
▶
Η πόλη διαθέτει πολλά μουσεία και πολιτιστικά κέντρα.
La ciudad cuenta con muchos museos y centros culturales.