Definition
▶
ενθουσιασμός
enthousiasmós
Ο ενθουσιασμός είναι η έντονη και θετική συναισθηματική κατάσταση που εκφράζει την ευχαρίστηση και την προσμονή για κάτι.
El entusiasmo es el estado emocional intenso y positivo que expresa placer y anticipación por algo.
▶
Τα παιδιά έδειξαν μεγάλο ενθουσιασμό όταν είδαν τον αγαπημένο τους ήρωα.
Los niños mostraron un gran entusiasmo cuando vieron a su héroe favorito.
▶
Ο ενθουσιασμός της ομάδας ήταν εμφανής κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
El entusiasmo del equipo era evidente durante el partido.
▶
Η ανακοίνωση του ταξιδιού προκάλεσε ενθουσιασμό σε όλους τους συμμετέχοντες.
El anuncio del viaje provocó entusiasmo en todos los participantes.