Definition
▶
πολύτιμος
polytimos
Ο όρος 'πολύτιμος' αναφέρεται σε κάτι που έχει μεγάλη αξία ή σημασία, συνήθως σε σχέση με αντικείμενα ή ανθρώπους.
El término 'precioso' se refiere a algo que tiene un gran valor o importancia, generalmente en relación con objetos o personas.
▶
Ο χρυσός είναι πολύτιμος σε πολλές κουλτούρες.
El oro es precioso en muchas culturas.
▶
Αυτή η οικογενειακή κληρονομιά είναι πολύτιμος θησαυρός.
Esta herencia familiar es un tesoro precioso.
▶
Οι φίλοι μας είναι πολύτιμοι για εμάς.
Nuestros amigos son preciosos para nosotros.