Definition
▶
ευτυχισμένος
eftychismenos
Ευτυχισμένος είναι αυτός που αισθάνεται ευτυχία και ικανοποίηση στη ζωή του.
Feliz es aquel que siente felicidad y satisfacción en su vida.
▶
Ο Γιάννης είναι ευτυχισμένος γιατί βρήκε την αληθινή αγάπη.
Juan es feliz porque encontró el amor verdadero.
▶
Αυτές οι στιγμές με την οικογένειά μου με κάνουν ευτυχισμένο.
Estos momentos con mi familia me hacen feliz.
▶
Η ευτυχία της Μαρία φαίνεται σε κάθε της χαμόγελο.
La felicidad de María se nota en cada una de sus sonrisas.