Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο, που έχει μοναδικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες.
El término 'diferente' se refiere a algo que no es igual a otra cosa, que tiene características o propiedades únicas.
▶
Η νέα ταινία είναι διαφορετική από την προηγούμενη.
La nueva película es diferente de la anterior.
▶
Επιλέξαμε διαφορετικούς προορισμούς για τις διακοπές μας.
Elegimos destinos diferentes para nuestras vacaciones.
▶
Ο τρόπος που σκέφτεται είναι διαφορετικός από τον δικό μου.
La forma en que piensa es diferente de la mía.