Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να δημιουργώ μια κατάσταση ή γεγονός που έχει συνέπειες ή αποτελέσματα.
La palabra 'prokalo' significa crear una situación o hecho que tiene consecuencias o resultados.
▶
Η βροχή προκαλεί πλημμύρες στην περιοχή.
La lluvia causa inundaciones en la zona.
▶
Η απόφαση του να φύγει από τη δουλειά προκαλεί ανησυχία στους συνεργάτες του.
Su decisión de dejar el trabajo causa preocupación entre sus colegas.
▶
Η κακή διατροφή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες.
Una mala alimentación puede causar enfermedades graves.