Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος είναι η επίδραση ή η συνέπεια που έχει κάτι σε ένα γεγονός ή μια κατάσταση.
El impacto es la influencia o la consecuencia que tiene algo en un evento o situación.
▶
Ο αντίκτυπος της απόφασης του δικαστηρίου ήταν άμεσος.
El impacto de la decisión del tribunal fue inmediato.
▶
Η οικονομική κρίση είχε σοβαρό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας.
La crisis económica tuvo un grave impacto en el mercado laboral.
▶
Ο αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής είναι εμφανής σε πολλές περιοχές του κόσμου.
El impacto del cambio climático es evidente en muchas áreas del mundo.