Definition
▶
ανανέωση
ananéosi
Η ανανέωση είναι η διαδικασία κατά την οποία κάτι επαναφέρεται σε νέα κατάσταση ή ανανεώνεται.
La renovación es el proceso por el cual algo se restablece a un nuevo estado o se renueva.
▶
Η ανανέωση της συμβολαίου έγινε χωρίς προβλήματα.
La renovación del contrato se realizó sin problemas.
▶
Η ανανέωση της καφετέριας έφερε περισσότερους πελάτες.
La renovación de la cafetería trajo más clientes.
▶
Η ανανέωση της επιχείρησης απαιτεί νέες στρατηγικές.
La renovación del negocio requiere nuevas estrategias.