Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Αναντίρρητα σημαίνει χωρίς αμφιβολία ή αμφισβήτηση.
Indiscutiblemente significa sin duda o cuestionamiento.
▶
Αναντίρρητα, η αλλαγή του καιρού επηρεάζει τη ζωή μας.
Indiscutiblemente, el cambio del clima afecta nuestra vida.
▶
Η πρόοδος της τεχνολογίας είναι αναντίρρητα θετική.
El avance de la tecnología es indiscutiblemente positivo.
▶
Αναντίρρητα, η εκπαίδευση είναι το κλειδί για την επιτυχία.
Indiscutiblemente, la educación es la clave del éxito.