Definition
▶
δρόμος
drómos
Ο δρόμος είναι η διαδρομή ή η οδός που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση από ένα μέρος σε άλλο.
El camino es la ruta o la vía que se utiliza para moverse de un lugar a otro.
▶
Ο δρόμος προς το σχολείο είναι γεμάτος δέντρα.
El camino hacia la escuela está lleno de árboles.
▶
Πρέπει να ακολουθήσουμε τον δρόμο για να φτάσουμε στη θάλασσα.
Debemos seguir el camino para llegar al mar.
▶
Ο δρόμος είναι κλειστός λόγω εργασιών.
El camino está cerrado debido a trabajos.