Definition
▶
αξία
axía
Η αξία είναι η σημασία ή η αξία που έχει κάτι στην κοινωνία ή στην αγορά.
El valor es la importancia o la valía que tiene algo en la sociedad o en el mercado.
▶
Η αξία ενός έργου τέχνης μπορεί να είναι πολύ υψηλή.
El valor de una obra de arte puede ser muy alto.
▶
Πρέπει να κατανοήσουμε την αξία της εκπαίδευσης.
Debemos comprender el valor de la educación.
▶
Η αξία του νομίσματος επηρεάζει την οικονομία.
El valor de la moneda afecta la economía.