Definition
▶
διαπραγμάτευση
diapragmátefsi
Η διαπραγμάτευση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας δύο ή περισσότερα μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία ή λύση σε μια διαφωνία.
La negociación es el proceso mediante el cual dos o más partes intentan llegar a un acuerdo o solución en una disputa.
▶
Η διαπραγμάτευση για την τιμή του σπιτιού ήταν δύσκολη.
La negociación por el precio de la casa fue difícil.
▶
Πρέπει να ξεκινήσουμε τη διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές μας.
Debemos comenzar la negociación con nuestros proveedores.
▶
Η επιτυχία της διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την καλή επικοινωνία.
El éxito de la negociación depende de una buena comunicación.