Definition
▶
ήλιο
ílio
Το ήλιο είναι ένα αέριο στοιχείο, το οποίο ανήκει στην ομάδα των αλκαλίων γαιών και έχει το χημικό σύμβολο He.
El helio es un elemento gaseoso, que pertenece al grupo de los gases nobles y tiene el símbolo químico He.
▶
Ο ήλιος μας παρέχει ενέργεια, αλλά το ήλιο είναι ένα αέριο που χρησιμοποιείται σε μπαλόνια.
El sol nos proporciona energía, pero el helio es un gas que se usa en globos.
▶
Στα εργαστήρια, το ήλιο χρησιμοποιείται για διάφορες πειραματικές διαδικασίες.
En los laboratorios, el helio se utiliza para varios procesos experimentales.
▶
Το ήλιο είναι πιο ελαφρύ από τον αέρα και γι' αυτό ανυψώνει τα μπαλόνια.
El helio es más ligero que el aire y por eso eleva los globos.