Definition
▶
πορτοκάλι
portokali
Το πορτοκάλι είναι ένα εσπεριδοειδές φρούτο με χαρακτηριστική γλυκιά γεύση και πορτοκαλί φλούδα.
La naranja es una fruta cítrica con un sabor dulce característico y una cáscara naranja.
▶
Έφαγα ένα πορτοκάλι για το πρωινό μου.
Comí una naranja para mi desayuno.
▶
Στο σούπερ μάρκετ, αγόρασα τρία πορτοκάλια.
En el supermercado, compré tres naranjas.
▶
Η χυμός πορτοκαλιού είναι πολύ δροσιστικός.
El jugo de naranja es muy refrescante.