Definition
▶
ενσωμάτωσή
ensomátosi
Η ενσωμάτωσή είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της υλοποίησης ή της ενσωμάτωσης ενός ιδανικού ή μιας έννοιας σε μια υλική ή συγκεκριμένη μορφή.
La encarnación es el proceso o el resultado de la realización o la incorporación de una idea o concepto en una forma material o concreta.
▶
Η ενσωμάτωσή των ιδεών του καλλιτέχνη στη νέα του δουλειά είναι εκπληκτική.
La encarnación de las ideas del artista en su nueva obra es asombrosa.
▶
Η ενσωμάτωσή του στο έργο ήταν επιτυχής και χαιρετίστηκε από τους κριτικούς.
Su encarnación en el proyecto fue exitosa y aclamada por los críticos.
▶
Η ενσωμάτωσή των παραδοσιακών στοιχείων στη σύγχρονη μουσική δημιουργεί μοναδικά αποτελέσματα.
La encarnación de elementos tradicionales en la música contemporánea crea resultados únicos.