Definition
▶
περίπλοκος
períplokos
Ο όρος 'περίπλοκος' αναφέρεται σε κάτι που είναι δύσκολο να κατανοηθεί ή να επιλυθεί λόγω της πολυπλοκότητάς του.
El término 'complicado' se refiere a algo que es difícil de entender o resolver debido a su complejidad.
▶
Η διαδικασία για την απόκτηση άδειας είναι πολύ περίπλοκη.
El proceso para obtener el permiso es muy complicado.
▶
Το σχέδιο του έργου είναι περίπλοκο και απαιτεί προσεκτική ανάλυση.
El plan del proyecto es complicado y requiere un análisis cuidadoso.
▶
Μερικές φορές, οι σχέσεις μπορεί να γίνουν περίπλοκες.
A veces, las relaciones pueden volverse complicadas.