Definition
▶
κακός
kakos
Ο κακός είναι αυτός που έχει κακή ποιότητα ή συμπεριφορά.
El malo es aquel que tiene mala calidad o comportamiento.
▶
Αυτό το φαγητό είναι κακός και δεν το τρώω.
Esta comida está mala y no la como.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι κακός για πικνίκ.
El tiempo hoy es malo para un picnic.
▶
Είναι κακός φίλος γιατί ποτέ δεν με βοηθάει.
Es un amigo malo porque nunca me ayuda.