Definition
▶
θλιμμένος
thlimmenos
Ένας άνθρωπος που νιώθει λύπη ή στεναχώρια.
Una persona que siente tristeza o desconsuelo.
▶
Αυτός ο θλιμμένος άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
Este hombre triste mira por la ventana.
▶
Η θλιμμένη μουσική του τραγουδιού με έκανε να κλάψω.
La música triste de la canción me hizo llorar.
▶
Η απουσία της φίλης της την έκανε να νιώθει θλιμμένη.
La ausencia de su amiga la hizo sentirse triste.