Definition
▶
κουρασμένος
kourasmenos
Ο κουρασμένος είναι αυτός που αισθάνεται αδυναμία ή έλλειψη ενέργειας λόγω σωματικής ή ψυχικής καταπόνησης.
El cansado es aquel que siente debilidad o falta de energía debido al esfuerzo físico o mental.
▶
Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, είμαι πολύ κουρασμένος.
Después de un largo día en el trabajo, estoy muy cansado.
▶
Ο γιος μου είναι κουρασμένος από το σχολείο και χρειάζεται ξεκούραση.
Mi hijo está cansado de la escuela y necesita descansar.
▶
Αισθάνομαι κουρασμένος όταν δεν κοιμάμαι αρκετά.
Me siento cansado cuando no duermo lo suficiente.