Definition
▶
συμπαθώ
sympatho
Η λέξη 'συμπαθώ' δηλώνει την αίσθηση της προτίμησης ή της θετικής στάσης απέναντι σε κάποιον ή κάτι.
La palabra 'συμπαθώ' expresa la sensación de preferencia o actitud positiva hacia alguien o algo.
▶
Συμπαθώ πολύ τη μουσική του Χατζιδάκι.
Me gusta mucho la música de Jatzidakis.
▶
Αυτή τη γεύση παγωτού τη συμπαθώ ιδιαίτερα.
Me gusta especialmente este sabor de helado.
▶
Συμπαθώ τους φίλους μου και περνάμε καλά μαζί.
Me gustan mis amigos y pasamos un buen rato juntos.