Definition
▶
αγαπώ
agapo
Το «αγαπώ» αναφέρεται στην έντονη συναισθηματική προσκόλληση ή εκτίμηση προς ένα άτομο ή κάτι.
El término 'amar' se refiere a un fuerte apego emocional o aprecio hacia una persona o cosa.
▶
Αγαπώ την οικογένειά μου.
Amo a mi familia.
▶
Αγαπώ να διαβάζω βιβλία.
Amo leer libros.
▶
Αγαπώ την τέχνη και τη μουσική.
Amo el arte y la música.