Definition
▶
Δύο
Dyo
Το Δύο αναφέρεται στον αριθμό που ακολουθεί το Ένα και προηγείται του Τρία.
Le Deux se réfère au nombre qui suit le Un et précède le Trois.
▶
Έχω δύο αδέλφια.
J'ai deux frères.
▶
Δύο μήλα είναι στο τραπέζι.
Deux pommes sont sur la table.
▶
Αγόρασα δύο εισιτήρια για τον κινηματογράφο.
J'ai acheté deux billets pour le cinéma.