Definition
▶
απογοήτευση
apogoítefsi
Η απογοήτευση είναι η αίσθηση απογοήρευσης ή δυσαρέσκειας που προκύπτει όταν οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται.
La déception est le sentiment de désillusion ou de mécontentement qui survient lorsque les attentes ne sont pas satisfaites.
▶
Η απογοήτευση που ένιωσε όταν δεν πέρασε τις εξετάσεις ήταν μεγάλη.
La déception qu'il a ressentie lorsqu'il n'a pas réussi ses examens était grande.
▶
Αισθάνθηκε απογοήτευση όταν ανακάλυψε ότι ο φίλος του δεν τον είχε ενημερώσει.
Il a ressenti de la déception lorsqu'il a découvert que son ami ne l'avait pas informé.
▶
Η απογοήτευση από την κακή υπηρεσία στο εστιατόριο τον έκανε να φύγει χωρίς να πληρώσει.
La déception due au mauvais service au restaurant l'a fait partir sans payer.