Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ή ποιότητες από κάτι άλλο.
Le terme 'différent' fait référence à quelque chose qui a des caractéristiques ou des qualités différentes de quelque chose d'autre.
▶
Η νέα ταινία είναι πολύ διαφορετική από την παλιά.
Le nouveau film est très différent de l'ancien.
▶
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός με τον δικό του τρόπο.
Chaque personne est différente à sa manière.
▶
Αυτός ο πίνακας έχει μια διαφορετική τεχνοτροπία.
Cette peinture a une technique différente.