Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος είναι η επίδραση ή η αλλαγή που προκαλείται από μια συγκεκριμένη ενέργεια ή γεγονός.
L'impact est l'effet ou le changement causé par une action ou un événement particulier.
▶
Η οικονομική κρίση είχε μεγάλο αντίκτυπο στην αγορά εργασίας.
La crise économique a eu un grand impact sur le marché du travail.
▶
Ο αντίκτυπος της απόφασης της κυβέρνησης ήταν άμεσος.
L'impact de la décision du gouvernement a été immédiat.
▶
Η νέα τεχνολογία έχει θετικό αντίκτυπο στην παραγωγή.
La nouvelle technologie a un impact positif sur la production.